ἔνδεια


ἔνδεια
ἡ ἔνδεια недостаток, нужда

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἔνδεια" в других словарях:

  • ἐνδεία — ἐνδείᾱ , ἔνδεια want fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδείᾳ — ἐνδείᾱͅ , ἔνδεια want fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔνδεια — want fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ένδεια — η (AM ἔνδεια) 1. έλλειψη τών αναγκαίων, απορία 2. έλλειψη («ένδεια χρημάτων, πόρων, θάρρους», «ένδεια πνευματική», «ἔνδεια δυνάμεως») αρχ. 1. στέρηση, έλλειψη (σε αντίθεση προς την υπερβολή) («μετρητική... ὑπερβολῆς τε καὶ ἐνδείας») 2. λιμός,… …   Dictionary of Greek

  • ένδεια — η 1. έλλειψη, στέρηση, ανεπάρκεια. 2. στέρηση των αναγκαίων για τη ζωή, φτώχεια, ανέχεια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐνδείας — ἐνδείᾱς , ἔνδεια want fem acc pl ἐνδείᾱς , ἔνδεια want fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδείαι — ἐνδείᾱͅ , ἔνδεια want fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδειῶν — ἔνδεια want fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδείαις — ἔνδεια want fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδείης — ἔνδεια want fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδείῃ — ἔνδεια want fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)